ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ: Διεθνής Αμνηστία


Η Διεθνής Αμνηστία καλεί όλες τις πλευρές σε αυτοσυγκράτηση
μετά τις επιθέσεις στο Κοσσυφοπέδιο και τα αντίποινα στη Σερβία
Η Διεθνής Αμνηστία ανησυχεί βαθύτατα για την κατάσταση στη διοικούμενη από τα Ηνωμένα Έθνη επαρχία του Κοσσυφοπεδίου, όπου αναφέρεται ότι περισσότεροι από 20 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους και εκατοντάδες έχουν τραυματιστεί, περιλαμβανομένων μελών των δυνάμεων ασφαλείας, από τις βίαιες συγκρούσεις μεταξύ Αλβανών και Σέρβων που άρχισαν στις 17 Μαρτίου στη Μιτροβίτσα και εξαπλώθηκαν ταχύτατα σε ολόκληρο το Κοσσυφοπέδιο. Εκτός από τους θανάτους και τους τραυματισμούς, έχει καταγγελθεί αριθμός επιθέσεων εναντίον σερβικών περιουσιών και ναών. Πολλοί Σέρβοι, που ζουν σε μικρούς θύλακες διάσπαρτους στο Κοσσυφοπέδιο, αναγκάστηκαν να τραπούν σε φυγή ή φυγαδεύτηκαν από στρατεύματα της KFOR (της διεθνούς στρατιωτικής δύναμης στο Κοσσυφοπέδιο). Σοβαρή ανησυχία προκαλούν επίσης στη Διεθνή Αμνηστία οι καταγγελίες για επιθέσεις Σέρβων σε τζαμιά στο Βελιγράδι. Η διεθνής οργάνωση για τα ανθρώπινα δικαιώματα καλεί όλες τις πλευρές να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση και ζητά από τις αρχές στο Κοσσυφοπέδιο και τη Σερβία να προβούν στα απαραίτητα μέτρα για να αποκαταστήσουν την έννομη τάξη, τηρώντας παράλληλα τα διεθνή πρότυπα για τη χρήση βίας.

Τα βίαια επεισόδια ξέσπασαν μετά από αναφορές, σύμφωνα με τις οποίες τρία παιδιά της αλβανικής εθνότητας πνίγηκαν, αφού πήδηξαν μαζί με άλλο ένα στον ποταμό Ίμπαρ κοντά στη Μιτροβίτσα στις 16 Μαρτίου. Το τέταρτο παιδί, που επέζησε, υποστήριξε ότι δέχτηκαν επίθεση από Σέρβους και πήδηξαν στον ποταμό για να ξεφύγουν. Την προηγούμενη ημέρα, στην Τσαγκλάβιτσα, κοτνά στην πρωτεύουσα Πρίστινα, ένας 18χρονος Σέρβος τραυματίστηκε σοβαρά από πυροβολισμό από διερχόμενο όχημα, οι δράστες του οποίου πιστεύεται ότι ήταν Αλβανοί, με αποτέλεσμα διαδηλώσεις και οδοφράγματα από Σέρβους.

Μετά από την είδηση του πνιγμού των τριών αγοριών, στις 17 Μαρτίου συγκεντρώθηκαν μεγάλα πλήθη Αλβανών και Σέρβων στη Μιτροβίτσα –που υπήρξε στο παρελθόν θέατρο βίαιων συγκρούσεων μεταξύ των εθνοτήτων– στον ποταμό Ίμπαρ που διαιρεί την πόλη στο βόρειο (κυρίως σερβικό) και το νότιο (αλβανικό) τμήμα. Ξέσπασε ένοπλη βία, περιλαμβανομένης της ρίψης χειροβομβίδων εναντίον στρατιωτών της KFOR, και αναφέρεται ότι φονεύθηκαν επτά άνθρωποι και τραυματίστηκαν εκατοντάδες. Μεταξύ των τραυματιών συγκαταλέγονται 11 Γάλλοι στρατιώτες της KFOR που προσπάθησαν να διατηρήσουν την τάξη χρησιμοποιώντας λαστιχένιες σφαίρες και χειροβομβίδες κρότου-λάμψης. Η κατάσταση φάνηκε να ηρεμεί μέχρι το βράδυ της 17ης Μαρτίου, ενώ στην πόλη επιβλήθηκε απαγόρευση κυκλοφορίας μετά τις 7μμ.

Στο μεταξύ, η βία είχε εξαπλωθεί σε πολυάριθμα σημεία στο Κοσσυφοπέδιο, μεταξύ των οποίων στο Ουρόσεβατς, το Πρίζρεν και την πρωτεύουσα Πρίστινα. Στο Μπέλο Πόλιε κοντά στο Πετς, αναφέρονται εμπρησμοί, από Αλβανούς, κατοικιών Σέρβων που είχαν επιστρέψει μετά τη φυγή τους από την επαρχία το 1999, ενώ στο Πρίζρεν κάηκε η Ορθόδοξη ιερατική σχολή. Τα Η.Ε. ανέφεραν ότι παραδόθηκε στις φλόγες ο Ορθόδοξος ναός στο Όμπιλιτς. Στην πρωτεύουσα Πρίστινα, η KFOR φυγάδευσε εκατοντάδες Σέρβους, ενώ αναφέρθηκε ο φόνος ενός ανθρώπου στο κτίριο Γιου, που κατοικείται κυρίως από Σέρβους, κοντά στο κέντρο της πόλης.

Στις 18 Μαρτίου εκδόθηκε κοινό ανακοινωθέν του Προσωρινού Θεσμού Αυτοδιοίκησης, πολιτικών ηγετών του Κοσσυφοπεδίου, του Ειδικού Εκπροσώπου του Γενικού Γραμματέα των Η.Ε., της προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του QUINT (οργάνου που αποτελείται από πέντε μεγάλες δυνάμεις της Δύσης). Το ανακοινωθέν ζητούσε να σταματήσει η βία και δήλωνε ότι διεξάγονται αστυνομικές έρευνες για την αναγνώριση και τον εντοπισμό των δραστών. Το ΝΑΤΟ επιβεβαίωσε ότι επρόκειτο να στείλει επιπλέον στρατεύματα για να ενισχύσουν τα 17.000 μέλη της KFOR που ήδη σταθμεύουν εκεί, ενώ αναφέρθηκε ότι ο επικεφαλής του ΝΑΤΟ έδωσε στους διοικητές της KFOR εξουσιοδότηση να χρησιμοποιήσουν την απαιτούμενη αναλογική βία προκειμένου να διασφαλίσουν τη δική τους ασφάλεια, να προστατεύσουν τους αθώους κατοίκους του Κοσσυφοπεδίου και να αποκαταστήσουν την ελευθερία μετακίνησης σε ολόκληρο το Κοσσυφοπέδιο.

Η Διεθνής Αμνηστία ζητά από την KFOR και την αστυνομία της UNMIK, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, να δώσουν εντολές στα μέλη των σωμάτων ασφαλείας και τα στρατεύματα να χρησιμοποιούν πυροβόλα όπλα μόνο αν τα άλλα μέσα συνεχίζουν να μην φέρνουν αποτέλεσμα ή δεν είναι δυνατόν να φέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα, και επαναλαμβάνει ότι τα διεθνή πρότυπα υπογραμμίζουν πως τα μέλη των σωμάτων ασφαλείας μπορούν να καταφύγουν στην εσκεμμένη θανατηφόρο χρήση πυροβόλων όπλων αποκλειστικά και μόνο όταν αυτό είναι αυστηρά αναπόφευκτο προκειμένου να προστατευθούν ανθρώπινες ζωές.

Γενικές πληροφορίες

Η συνεχιζόμενη αβεβαιότητα για το ζήτημα του ‘οριστικού καθεστώτος’ του Κοσσυφοπεδίου –το οποίο παραμένει από τον Ιούλιο 1999 υπό τον έλεγχο της Αποστολής Προσωρινής Διοίκησης των Ηνωμένων Εθνών στο Κοσσυφοπέδιο (UNMIK)– έχει συμβάλει στις εντάσεις μεταξύ των εθνοτήτων, που αυξήθηκαν κατά το τελευταίο έτος. Τον Ιανουάριο 2003, η KFOR αποφάσισε εκ νέου να προσφέρει στους Ορθόδοξους ναούς και μοναστήρια προστασία από επιθέσεις μελών της αλβανικής εθνότητας, προστασία την οποία είχε αποφασίσει να αποσύρει στα τέλη του 2002. Τον Ιούνιο του 2003, μια σερβική οικογένεια, ο 80χρονος Σλόμπονταν Στόλιτς, η 78χρονη σύζυγός του Ραντμίλα και ο 55χρονος γιος τους Λιουμπίνκο, δολοφονήθηκαν κτηνωδώς στο Όμπιλιτς, ενώ το σπίτι τους παραδόθηκε στις φλόγες. Η επίθεση θεωρήθηκε ότι ήταν ρατσιστική και ότι αποσκοπούσε στον εκφοβισμό των υπόλοιπων Σέρβων ώστε να εγκαταλείψουν την περιοχή. Τον Ιούνιο 2003 η KFOR ανακοίνωσε ότι η κατάσταση από πλευράς ασφαλείας στο Ουρόσεβατς είχε επιδεινωθεί με εμπρηστικές επιθέσεις εναντίον μειονοτικών περιουσιών και μία έκρηξη στον περίβολο Ορθόδοξου ναού. Στις 13 Αυγούστου, την ημέρα που έφτασε στο Κοσσυφοπέδιο ο νέος Ειδικός Εκπρόσωπος του Γενικού Γραμματέα, Χάρι Χόλκερι, πραγματοποιήθηκε ένοπλη επίθεση εναντίον λουομένων στον σερβικό θύλακα Γκοράζντεβατς κοντά στο Πετς, με αποτέλεσμα να φονευθούν δύο νεαροί Σέρβοι και να τραυματιστούν αρκετοί άλλοι. Αναφέρονται επιθέσεις με χειροβομβίδες εναντίον κατοικιών, ενώ είναι διαδεδομένοι οι λιθοβολισμοί οχημάτων που θεωρούνται ότι ανήκουν σε μέλη μειονοτήτων.

Η Διεθνής Αμνηστία πιστεύει ότι η αναζωπύρωση της εθνοτικής βίας στο Κοσσυφοπέδιο υπογραμμίζει την αποτυχία της UNMIK, καθώς και των αρχών στη Σερβία και το Μαυροβούνιο, να αντιμετωπίσουν σοβαρά την κληρονομιά των παραβιάσεων και των καταπατήσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Κοσσυφοπέδιο και ιδίως, μεταξύ άλλων, τη συνεχιζόμενη ατιμωρησία των δραστών πράξεων βίας μεταξύ των εθνοτήτων, καθώς και τη συνεχιζόμενη αποτυχία διαλεύκανσης της τύχης όσων απήχθησαν και «εξαφανίστηκαν» πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη σύγκρουση του 1999. Η Διεθνής Αμνηστία συνεχίζει να ανησυχεί εξαιρετικά έντονα για την έλλειψη προόδου των σερβικών αρχών κατά την τελευταία τετραετία όσον αφορά την προσαγωγή στη δικαιοσύνη όσων ευθύνονται για την «εξαφάνιση» χιλιάδων αλβανόφωνων στο Κοσσυφοπέδιο κατά την περίοδο διοίκησης της επαρχίας από τη Σερβία. Η διεθνής οργάνωση ανησυχεί επίσης εξαιρετικά έντονα για την έλλειψη προόδου των αρχών του Κοσσυφοπεδίου όσον αφορά την προσαγωγή στη δικαιοσύνη όσων ευθύνονται για την απαγωγή περίπου 1.200 Σέρβων, Ρομά και μελών άλλων μειονοτήτων (βλ. «Σερβία και Μαυροβούνιο (Κοσσυφοπέδιο) – Φυλακισμένοι στο ίδιο μας το σπίτι: Οι ανησυχίες της Διεθνούς Αμνηστίας για τα ανθρώπινα δικαιώματα των μειονοτήτων στο Κοσσυφοπέδιο», Απρίλιος 2003, AI Index: EUR 70/010/2003, http://www.amnesty.gr/news/2003-04-29-1.asp)

επιστροφή